Living In and Out of Time/ Ζώντας εκτός χρόνου

A friend of mine used to joke that her skin tone was “library-pasty”, and I had to sympathise. Life as a literature student means that for nine months of the year I potter around library shelves, sit at my desk for eight hours at a time with several books and a laptop open in front of my nose, or contentedly amble in and out of lecture rooms and amphitheatres. It is a life that does not exactly promote physical activity and exercise, unless you count lifting the Norton Anthology of Theory and Criticism.

In my three deadline-free and off-campus months, I dig out my tent and sleeping bag and head outdoors. Each summer my destination is different, and this year I went north to the student campsite at Possidi in Chalkidiki, Greece. There I met 20 students with whom I shared a patch of shade under the trees, a radio, a hammock, a cooler with an apparently self-renewing supply of beer, six days and a single, unanimous goal: do nothing.

poseidi apth 2_425x
The entrance of the campground (source:

On day one I set up camp and headed straight for the beach. Four hours later I felt as though I had been there for four weeks. On the second day I forgot what day it was and how long I’d been there. By the evening I didn’t care. I could have arrived the day before, three days before, or three months before. By the last day I couldn’t remember how much a bus ticket cost or how old I was.

The beach at Possidi (source:

As anyone who has been camping knows, natural rhythms and habits adapt when living outdoors. Makeup is forgotten and hair is left without conditioner. You stop wondering if that vest matches those shorts. If near a beach, clothes aren’t really bothered with at all. Phones remain unchecked. With a little practice, feet become just as good as hands for picking up stuff, especially stuff that’s far away when lying on the ground in an inflatable ring with a borrowed copy of Dostoyevsky open on your chest. Nothing is so important that you have to stop relaxing in order to go and do it.

Sleep patterns change in a campsite, especially when you’re sharing it with 2,000 other students. It’s too hot to sleep during the day, and at night the campsite is so loud that any rest is out of the question. Your fellow campers start to quiet down at about 5 a.m., giving you at most until 9 a.m. before the sun appears and your tent starts to heat up like Tupperware on a summer’s day. You will never get more than five hours of uninterrupted sleep, if you’re lucky. So you learn the art of napping. Half an hour in the hammock, under an umbrella at the beach, in the tent when your sleeping-buddy is out. You exist in a state of perpetual semi-awakeness. Movements become lethargic and slow. In fact, lazing around at the campsite or at the beach, our group brought to my mind a family of lions lying in the shade, dozing or staring into space. When one gets too hot, it goes and dips in the waterhole. Half a dozen decide that this is a good idea and go splash about with it. When one is hungry, it passes the message: “Guys, I’m hungry. Anybody wanna come with?” A few slowly get up, the rest roll over, purring “Uuurm, not now. Can’t get up. Go later.”

Yes, language devolves too.

A sneak peek into campsite life, a photo I took

Those days at the campsite, I lost all sense of time. When there is no distinction between night and day, morning, evening, afternoon, time changes shape. It is no longer categorized or restricted, no longer fits into boxes. It simply runs on and on. It gets bigger. Time resorts to its true element, becoming continuous, flowing, liquid. Some magical moments it is stationary, placid like a lake. And like water, it never ends.

This sensation was especially vivid one night when I checked the time and saw 5 a.m. instead of 1 a.m. as I was expecting. This would normally be my cue to say my goodnights. But, with nothing to wake up for the next morning, I stopped needing regulated bedtimes, or a designated chunk of time for sleeping.

It was liberating. I couldn’t help thinking how much longer life would seem if we could always view time like this. Not in sections, each with its own function and routine, but as an endless, drifting course. And with how much more quality we would infuse our lives if we started saying “I feel like” instead of “time to”.

Nightfall at Possidi, photo by me


Μια φίλη, επίσης φοιτήτρια, αστειευόταν πως τα καλοκαίρια έκανε μαύρισμα βιβλιοθήκης, δηλαδή δεν μαύριζε καθόλου και δεν μπορούσα να μην συμπάσχω. Η ζωή μιας φοιτήτριας λογοτεχνίας σημαίνει πως για εννέα μήνες το χρόνο σουλατσάρω γύρω από τα ράφια της βιβλιοθήκης, κάθομαι με τις ώρες στο γραφείο μου παρέα με καμιά ντουζίνα βιβλία και το λάπτοπ, ή περιφέρομαι μπαινοβγαίνοντας σε αίθουσες και αμφιθέατρα. Είναι μια ζωή που δεν ευνοεί τη σωματική άσκηση (συζητήσιμο βέβαια, έχετε δει τους τόμους που κουβαλάμε;) ή χρόνο στην ύπαιθρο, και ας σπουδάζεις στην νοτιότερη πρωτεύουσα της Ευρώπης.

Τους τρεις μήνες, λοιπόν, που έχω διακοπές και είμαι χωρίς προθεσμίες, λέω αντίο στην πανεπιστημιούπολη, ξεθάβω τη σκηνή και τον υπνόσακό μου, και ξεπορτίζω. Κάθε καλοκαίρι έχω διαφορετικό προορισμό, αλλά φέτος κατευθύνθηκα βόρεια στο φοιτητικό κάμπινγκ στο Ποσείδι της Χαλκιδικής. Εκεί συνάντησα είκοσι φοιτητές με τους οποίους μοιράστηκα ένα κομμάτι σκιάς κάτω από τα δέντρα, ένα ράδιο, μία αιώρα, ένα ψυγειάκι με μια φαινομενικά αυτό-αναναιώμενη προμήθεια μπυρών , έξι μέρες και έναν κοινό, ομόφωνό στόχο: να μην κάνουμε τίποτα.

Τέσσερις ώρες μετά την άφιξη μου, έχοντας στήσει την σκηνή και κατέβει ντουγρού στην παραλία, ένιωθα λες και ήμουν εκεί τέσσερις εβδομάδες. Την δεύτερη μέρα ξέχασα τι μέρα ήταν- θα μπορούσα να είχα φτάσει χθες, πριν τρείς μέρες ή ακόμα και πριν τρείς μήνες. Μέχρι την τελευταία μέρα δε θυμόμουν πόσο κοστίζει ένα εισιτήριο για το αστικό ή πόσο χρονών είμαι.

Όποιος έχει κάνει κάμπινγκ ξέρει πως οι φυσικοί ρυθμοί και οι συνήθειες αλλάζουν όταν ζεις στην ύπαιθρο. Ξεχνιέται το βάψιμο και τα μαλλιά μένουν χωρίς μαλακτική. Παύεις να αναρωτιέσαι αν αυτό το φανελάκι ταιριάζει μ’εκείνο το σορτς. Βασικά, αν είσαι κοντά σε παραλία, τα ρούχα γίνονται σχεδόν περιττά. Συνειδητοποιείς πως, με λίγη εξάσκηση, τα πόδια είναι εξίσου χρήσιμα με τα χέρια για να φτάνεις πράγματα, ειδικά όταν είσαι ξαπλωμένος καταγής μέσα σε μια φουσκωτή κουλούρα με έναν δανεισμένο Ντοστογιέφσκι ανοιχτό πάνω στον θώρακα σου. Τίποτα δεν είναι τόσο σημαντικό που θα σε κάνει να σηκωθείς για να πας να το κάνεις.

Οι συνήθειες ύπνου αλλάζουν σε ένα κάμπινγκ, ειδικά όταν το μοιράζεσαι με 2000 άλλους φοιτητές. Την ημέρα κάνει υπερβολική ζέστη, ενώ τη νύχτα το κάμπινγκ έχει τόση φασαρία που ο ύπνος δεν υφίσταται. Οι σύντροφοι- κατασκηνωτές σου αρχίζουν να ηρεμούν γύρω στις 5 πμ, δίνοντας περιθώριο μέχρι τις 9 το πολύ πριν εμφανιστεί ο ήλιος και εσύ αρχίζεις να βράζεις μέσα στη σκηνή σου σαν γεμιστά σε τάπερ ξεχασμένο στον καυτό ήλιο. Δε θα καταφέρεις να ξεκλέψεις πάνω από πέντε ώρες αδιάκοπου ύπνου. Μαθαίνεις να ρίχνεις κανέναν υπνάκο στην αιώρα, κάτω από την ομπρέλα στην παραλία, στη σκηνή όταν λείπει ο κολλητός σου. Είσαι μονίμως μισοκοιμισμένος. Οι κινήσεις σου γίνονται ληθαργικές. Τεμπελιάζοντας στις σκηνές ή στην παραλία, η ομάδα μας μου θύμισε πολλές φορές μία αγέλη λιονταριών αραγμένη στη σκιά, να λαγοκοιμάται ή να χαζεύει τον ορίζοντα. Όταν το ένα ζεσταίνεται, πάει και βουτάει στο νερόλακκο. Κάποια άλλα αποφασίζουν πως είναι σωστή ιδέα και πάνε να πλατσουρίσουν και αυτά. Όταν κάποιο πεινάει, μεταδίδει το μήνυμα, «ρε παιδιά, πείνασα. Θα έρθει κανείς μαζί μου;» Δύο τρία σηκώνονται αργά, τα υπόλοιπα αλλάζουν πλευρό μουγκρίζοντας «Όχι τώρα. Δεν μπορώ να σηκωθώ. Φαί μετά».

Ναι, υπάρχει μια τεμπελιά ακόμα και στην γλώσσα.

Αυτό που μου συνέβη εκείνες τις μέρες είναι πως έχασα κάθε αίσθηση του χρόνου. Όταν δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην νύχτα και τη μέρα, το πρωί, το βράδυ, το απόγευμα, ο χρόνος αλλάζει σχήμα. Πλέον δεν είναι εύκολο να τον ορίσεις και να τον περιορίσεις, δεν χωράει σε κουτάκια, απλώς τρέχει. Μεγαλώνει. Ο χρόνος επιστρέφει στην πραγματική του κατάσταση, γίνεται συνεχήςκαι ρευστός Κάποιες μαγικές στιγμές μένει στάσιμος, ήρεμος σαν λίμνη. Και σαν το νερό, είναι ατελείωτος.

Θυμάμαι μια συγκεκριμένη νύχτα που, κοιτάζοντας την ώρα και περιμένοντας να δω μια το πρωί, έλεγε 5 πμ. Κανονικά αυτή θα ήταν η στιγμή που θα έλεγα καληνύχτα αλλά, με τίποτα για το οποίο θα έπρεπε να ξυπνήσω την επόμενη, πλέον δεν είχα ανάγκη για διορισμένες ώρες ύπνου.

Και ήταν πραγματικά απελευθερωτικό. Όλο σκεφτόμουν, πόσο πιο μεγάλη θα φαινόταν η ζωή μας αν μπορούσαμε να βλέπουμε πάντα έτσι το χρόνο. Όχι σε τμήματα, το καθένα με τη δικιά του λειτουργία και ρουτίνα, αλλά σαν μια ατελείωτη ροή. Και πόσο πιο ποιοτική θα ήταν η ζωή μας αν αφήναμε τα «ώρα για» και να τα αντικαθιστούσαμε με την φράση «θέλω να».



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )


Connecting to %s